Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ ΣΕΡΙΦ ΠΕΡΙ «ΚΑΤΟΧΗΣ» ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ: ΙΣΤΟΡΙΑ, ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ
Οι δηλώσεις του Ιμπραήμ Σερίφ, οι οποίες παρουσιάζουν την Τουρκία ως κράτος που δεν παρεμβαίνει και την Ελλάδα ως «κατοχική δύναμη», αποσυνδέουν τα ζητήματα των μουφτειών, των βακουφίων και της μειονοτικής εκπαίδευσης από το ιστορικό και νομικό τους πλαίσιο, ενώ ταυτόχρονα θέτουν υπό αμφισβήτηση τον πλουραλισμό στο εσωτερικό της μειονοτικής κοινωνίας.
Νέο κύκλο συζήτησης άνοιξε η συνέντευξη του Ιμπραήμ Σερίφ, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται από το ελληνικό κράτος ως επίσημος μουφτής, που δημοσιεύθηκε στο Nevportal.
Ο Σερίφ υποστήριξε ότι η Τουρκία δεν παρεμβαίνει στην ανάδειξη του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και των μητροπολιτών, ενώ ισχυρίστηκε ότι τα βακούφια, η μειονοτική εκπαίδευση και οι μουφτείες στη Δυτική Θράκη βρίσκονται «σχεδόν υπό κατοχή». Παράλληλα, δήλωσε ότι η Ελλάδα παραβιάζει συμφωνίες που έχουν υπογραφεί στο παρελθόν και ενεργεί αντίθετα προς τη βούληση της Μειονότητας.
Ωστόσο, τα ιστορικά παραδείγματα που χρησιμοποιήθηκαν, οι συγκρίσεις που έγιναν και, κυρίως, η χρήση της έννοιας της «κατοχής» εγείρουν σοβαρά ερωτήματα.
Διότι η «κατοχή» δεν αποτελεί απλώς μια σκληρή κριτική που απευθύνεται στην κρατική πολιτική. Η συγκεκριμένη έκφραση παρουσιάζει έμμεσα και τους θρησκευτικούς λειτουργούς που υπηρετούν στις επίσημες μουφτείες, τα μέλη των βακουφικών διοικήσεων και τους ανθρώπους της Μειονότητας που συναλλάσσονται με αυτούς τους θεσμούς για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής σαν να αποτελούν μέρος της «αντίπαλης πλευράς».
Ωστόσο, η κοινωνική και θεσμική πραγματικότητα επί του πεδίου είναι πολύ πιο σύνθετη για να χωρέσει σε έναν τόσο ασπρόμαυρο διαχωρισμό.
Η δήλωση έδωσε έδαφος στις αναμενόμενες προκλητικές δημοσιεύσεις
Τα λόγια του Σερίφ προβλήθηκαν γρήγορα από ορισμένα μέσα του ελληνικού Τύπου, γνωστά για την εθνικιστική και σκληρή γραμμή τους.
Τα μέσα αυτά δεν χρησιμοποίησαν το θέμα για να συζητήσουν τα προβλήματα της Μειονότητας στους τομείς των μουφτειών, των βακουφίων και της εκπαίδευσης, αλλά ενέταξαν τις δηλώσεις του Σερίφ σε ένα πλαίσιο περί «παραληρήματος», «πρόκλησης» και «παρέμβασης της Τουρκίας στη Θράκη». Οι δηλώσεις συνδέθηκαν ευθέως με προξενικούς μηχανισμούς και ισχυρισμούς περί «αποσταθεροποίησης».
Είναι γνωστό ότι ορισμένα εθνικιστικά μέσα στην Ελλάδα διογκώνουν τις εντάσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και μετατρέπουν τη μειονότητα της Κωνσταντινούπολης και τη Μειονότητα της Δυτικής Θράκης σε εργαλεία και πεδία αμοιβαίων κατηγοριών μεταξύ των δύο χωρών.
Ωστόσο, εδώ ανακύπτει ένα ακόμη αναπόφευκτο ερώτημα: Από τη στιγμή που είναι γνωστό εδώ και χρόνια πώς θα αντιδρούσαν αυτοί οι κύκλοι, ποιο ακριβώς πρόβλημα της Μειονότητας επιλύει η χρήση μιας τόσο βαριάς και εύκολα εκμεταλλεύσιμης έννοιας όπως η «κατοχή»;
Η δήλωση του Σερίφ προσέφερε νέο ρητορικό υλικό σε κύκλους που είναι έτοιμοι να οξύνουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις μέσω των μειονοτήτων. Ως αποτέλεσμα, δεν συζητήθηκαν οι εκλογές στις βακουφικές διοικήσεις, η μειονοτική εκπαίδευση και η κοινωνική νομιμοποίηση των μουφτειών· για ακόμη μία φορά κυριάρχησαν τίτλοι περί «πρόκλησης» και «εθνικής απειλής».
Το μέτρο μιας δήλωσης που υποστηρίζει ότι υπηρετεί τη Μειονότητα δεν είναι το πόσο σκληρή είναι, αλλά η ακρίβεια των πληροφοριών και των επιχειρημάτων στα οποία στηρίζεται, η συνοχή του πλαισίου που διαμορφώνει και, τελικά, το είδος των αποτελεσμάτων που προκαλεί.
Στην Τουρκία, πράγματι, το κράτος δεν παρεμβαίνει καθόλου;
Ο απόλυτος ισχυρισμός του Ιμπραήμ Σερίφ ότι «σήμερα η Τουρκία δεν παρεμβαίνει στην εκλογή του Πατριάρχη» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αναδεικνύεται από το ίδιο το εκκλησιαστικό όργανο, την Ιερά Σύνοδο, και το όνομά του υποβάλλεται στο τουρκικό κράτος.
Ωστόσο, τόσο για τους υποψηφίους για τον πατριαρχικό θρόνο όσο και για τους μητροπολίτες που συμμετέχουν στην εκλογή ισχύουν περιορισμοί που καθορίζονται από το κράτος, όπως η προϋπόθεση της τουρκικής ιθαγένειας. Έγγραφα του Συμβουλίου της Ευρώπης επισημαίνουν επίσης αυτές τις προϋποθέσεις και την επιρροή των κρατικών αρχών στην εκλογική διαδικασία. Το τουρκικό κράτος μπορεί να ζητήσει την τροποποίηση του καταλόγου των προσώπων που προτείνονται για τον πατριαρχικό θρόνο και να ασκήσει βέτο σε υποψήφιο που δεν θεωρεί κατάλληλο. Σε τελική ανάλυση, η διακριτική ευχέρεια και το δικαίωμα της τελικής επιλογής ανήκουν στο τουρκικό κράτος. Υπό αυτά τα δεδομένα, ο Σερίφ διαστρεβλώνει πλήρως αυτή τη νομική πραγματικότητα και επιδιώκει να παραπλανήσει την κοινή γνώμη.
Το γεγονός ότι το Πατριαρχείο δεν διαθέτει αυτοτελή νομική προσωπικότητα στην Τουρκία, ότι ο χαρακτηρισμός «Οικουμενικό» δεν αναγνωρίζεται επισήμως και ότι η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή από το 1971 αποτελούν επίσης αναπόσπαστα στοιχεία αυτής της εικόνας.
Απέναντι σε αυτά τα δεδομένα, δεν είναι δυνατόν να παρουσιάζεται η Τουρκία ως άψογο πρότυπο θρησκευτικής αυτονομίας, στο οποίο το κράτος δεν παρεμβαίνει με κανέναν τρόπο.
Είναι δύσκολο να θεωρήσει κανείς ότι ο Ιμπραήμ Σερίφ, ο οποίος επί πολλά χρόνια βρίσκεται στη θέση του μουφτή που δεν αναγνωρίζεται από το ελληνικό κράτος και γνωρίζει από κοντά την ιστορική, θρησκευτική και νομική εξέλιξη του ζητήματος, αγνοεί όλα αυτά τα δεδομένα.
Στην περίπτωση αυτή, τα ακόλουθα ερωτήματα καθίστανται αναπόφευκτα: Προβάλλει ο Σερίφ μόνο ένα επιλεγμένο μέρος των ιστορικών δεδομένων, προκειμένου να ενισχύσει τη δική του θέση; Δεν αποτελεί αναχρονιστική προσέγγιση η άμεση σύγκριση δύο θεσμικών συστημάτων, τα οποία διαμορφώθηκαν σε διαφορετικές περιόδους και υπό διαφορετικές νομικές συνθήκες, παραβλέποντας τις θεμελιώδεις διαφορές τους;
Τις απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά μπορεί να τις δώσει ο ίδιος ο Σερίφ. Είναι όμως σαφές ότι η αφήγηση που παρουσιάζει είναι ελλιπής, επιλεκτική και αποκομμένη από το ιστορικό της πλαίσιο.
Το γεγονός ότι στην Τουρκία η εκλογή του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ή η υποβολή του καταλόγου των προτεινόμενων προσώπων πραγματοποιούνται από εκκλησιαστικά όργανα δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται κρατική επιρροή. Αντιστοίχως, το γεγονός ότι στην Ελλάδα ο μουφτής διορίζεται με κρατική απόφαση δεν σημαίνει ότι η Μειονότητα αποκλείεται απολύτως από όλες τις διαδικασίες.
Η επίσημη μουφτεία δεν αποτελεί απλώς «θεσμό του κράτους»
Ο Ν. 4964/2022 στην Ελλάδα δεν προβλέπει την εκλογή του μουφτή με άμεση λαϊκή ψηφοφορία. Μετά από ανοιχτή διαδικασία υποβολής υποψηφιοτήτων, μια 33μελής Συμβουλευτική Επιτροπή, αποτελούμενη αποκλειστικά από μέλη της Μειονότητας της Θράκης, διατυπώνει γνώμη για τους υποψηφίους. Την τελική επιλογή πραγματοποιεί ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, ενώ ο διορισμός ολοκληρώνεται με προεδρικό διάταγμα.
Ωστόσο, όταν λέγεται ότι «το κράτος διόρισε τον μουφτή», συχνά παραβλέπεται μια θεμελιώδης πραγματικότητα: Τόσο ο μουφτής που διορίζεται όσο και τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη συμβουλευτική διαδικασία είναι μέλη της μειονοτικής κοινωνίας. Δεν πρόκειται για πρόσωπα που έχουν έρθει απ’ έξω και είναι ξένα προς τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις παραδόσεις και την κοινωνική δομή της Μειονότητας.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι οι επίσημες μουφτείες αποτελούν θεσμούς στους οποίους η Μειονότητα προσφεύγει στην πράξη στην καθημερινή της ζωή. Ακόμη και πολίτες που θεωρούν ότι βρίσκονται κοντά στη γραμμή του Ιμπραήμ Σερίφ ή τον αποδέχονται ως θρησκευτικό ηγέτη απευθύνονται στη μουφτεία που αναγνωρίζεται από το κράτος, όταν απαιτείται κάποια επίσημη πράξη. Αυτό συμβαίνει διότι η επίσημη μουφτεία αποτελεί την αρμόδια αρχή για την έκδοση εγγράφων, τις επικυρώσεις, τις διοικητικές πράξεις, τις επίσημες διαδικασίες που συνδέονται με τον θρησκευτικό γάμο και τα ζητήματα που παράγουν έννομες συνέπειες.
Το να παρουσιάζεται ένα μέλος της Μειονότητας που υπηρετεί στην επίσημη μουφτεία ή ένας πολίτης που εξυπηρετείται από αυτήν ως άνθρωπος που βρίσκεται «στην πλευρά του κράτους» σημαίνει ότι παραβλέπονται η πραγματική ζωή και οι θεσμικές ανάγκες της κοινωνίας. Αυτό συνιστά ευθεία προσβολή προς τους ανθρώπους της Μειονότητας.
Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο έχει διοριστεί από το κράτος δεν αναιρεί το ότι αποτελεί μέλος της Μειονότητας ούτε το γεγονός ότι ένα τμήμα της κοινωνίας διατηρεί φυσική και λειτουργική σχέση με αυτόν τον θεσμό.
Ψήφισε ολόκληρη η Μειονότητα το 1990;
Ο Ιμπραήμ Σερίφ παρουσιάζει τη διαδικασία που πραγματοποιήθηκε το 1990, μετά την προσευχή της Παρασκευής σε περίπου 130 τεμένη της Ροδόπης, ως εκλογή κατά την οποία ο λαός επέλεξε τον δικό του μουφτή.
Ωστόσο, τόσο η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε όσο και η έκταση της συμμετοχής πρέπει να παρουσιάζονται με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.
Δεν επρόκειτο για μια γενική εκλογή που να διεξήχθη με μυστική ψηφοφορία, με προκαταρτισμένους εκλογικούς καταλόγους, με εναλλακτικούς υποψηφίους να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις, με ανεξάρτητη εποπτεία και με μηχανισμό υποβολής ενστάσεων. Η διαδικασία πραγματοποιήθηκε με ανάταση χειρός από τους άνδρες που είχαν προσέλθει στα τεμένη για την προσευχή της Παρασκευής. Οι γυναίκες δεν συμμετείχαν σε αυτήν τη διαδικασία.
Πώς μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα περί «γενικής βούλησης της Μειονότητας» από μια μέθοδο στην οποία δεν ψήφισε το μισό περίπου της μειονοτικής κοινωνίας, δηλαδή οι γυναίκες, και στην οποία δεν υπήρχαν ούτε κάλπη ούτε μυστική ψηφοφορία;
Η διαδικασία του 1990 μπορεί να καταγραφεί ως προτίμηση που εκφράστηκε από τους άνδρες που βρίσκονταν σε συγκεκριμένα τεμένη.
Δεν μπορεί, όμως, να παρουσιάζεται ως δημοκρατική εκλογή στην οποία συμμετείχαν όλα τα μέλη της Μειονότητας. Ούτε μπορούν να περιθωριοποιούνται, βάσει αυτού του ισχυρισμού περί ενιαίας βούλησης, τα μέλη της Μειονότητας που δεν συμμερίζονται την ίδια επιλογή.
Η συγκεκριμένη διαδικασία δεν παρέχει στον Σερίφ αδιαμφισβήτητη και χρονικά απεριόριστη εξουσιοδότηση εκπροσώπησης ολόκληρης της Μειονότητας.
Η παρουσίαση μιας μεθόδου που εφαρμόστηκε πριν από τριάντα έξι χρόνια μέσα στα τεμένη, με τη συμμετοχή αποκλειστικά ανδρών, ως αμετάβλητης πηγής δημοκρατικής νομιμοποίησης δεν συνάδει με τη σημερινή αντίληψη περί ισότητας, συμμετοχικότητας και πλουραλισμού.
Το να παρουσιαστεί στην Ευρώπη ή στη διεθνή κοινότητα αυτή η διαδικασία ως δημοκρατική εκλογή είναι νομικά αδύνατο. Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Στα βακούφια υπάρχει πρόβλημα· ποιος όμως είναι ο «κατακτητής»;
Στο ζήτημα των βακουφίων υφίσταται ένα συγκεκριμένο δημοκρατικό πρόβλημα εκλογής και εκπροσώπησης. Πράγματι, παρότι ο Ν. 3647/2008 προβλέπει ότι οι βακουφικές διοικήσεις πρέπει να αναδεικνύονται μέσω εκλογών, οι σχετικές διατάξεις δεν έχουν εφαρμοστεί μέχρι σήμερα. Το γεγονός ότι οι διοικήσεις εξακολουθούν να συγκροτούνται μέσω διορισμών προκαλεί σοβαρές επικρίσεις.
Ωστόσο, η παρουσίαση των βακουφίων ως θεσμών που βρίσκονται «υπό κατοχή» δεν εξηγεί το πρόβλημα· αντιθέτως, στοχοποιεί ανθρώπους που προέρχονται από το εσωτερικό της ίδιας της Μειονότητας.
Και αυτό διότι τα πρόσωπα που υπηρετούν στις βακουφικές διοικήσεις δεν έχουν έρθει από άλλη χώρα ή άλλη κοινότητα, αλλά είναι μέλη της ίδιας της Μειονότητας. Όπως έχει αποτυπωθεί και δημοσίως, τα μέλη των βακουφικών διοικήσεων επιτελούν ιδιαίτερα επιτυχημένο έργο, προστατεύουν την κληρονομιά των Οθωμανών προγόνων, προσφέρουν χείρα βοηθείας σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη και απολαμβάνουν την αναγνώριση της κοινωνίας για αυτές τις δράσεις.
Ο τρόπος διορισμού αυτών των προσώπων, οι διοικητικές αποφάσεις, η αντίληψη περί διοίκησης και η ικανότητα εκπροσώπησης μπορούν ασφαλώς να αποτελούν αντικείμενο κριτικής. Το γεγονός ότι αναλαμβάνουν καθήκοντα μέσω διορισμού δεν εξαλείφει το ζήτημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Ωστόσο, το να παρουσιάζεται ένα μέλος της Μειονότητας ως μέρος ενός «καθεστώτος κατοχής», μόνο και μόνο επειδή υπηρετεί σε επίσημη θέση και εργάζεται με κίνητρο να προσφέρει στη Μειονότητα, βαθαίνει τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της κοινωνίας.
Αυτό είναι, για να χρησιμοποιήσουμε την ηπιότερη δυνατή έκφραση, ντροπή. Από αυτή την άποψη δεν αρμόζει ούτε στον Ιμπραήμ Σερίφ, ο οποίος είναι άνθρωπος της θρησκείας.
Ακόμη και πρόσωπα που αντιμετωπίζουν επικριτικά τις επίσημες βακουφικές διοικήσεις, καθώς και οι επίτροποι των χωριών, δηλαδή οι μουτεβελήδες, συναλλάσσονται με αυτούς τους θεσμούς όταν πρόκειται για τεμένη, ακίνητα, παροχή βοήθειας, εργασίες συντήρησης ή άλλες διοικητικές πράξεις.
Οι διοικήσεις αυτές παράγουν ορατό και θετικό έργο προς όφελος της κοινωνίας.
Αυτό συμβαίνει διότι, στην πράξη και κατά τον νόμο, οι συγκεκριμένοι θεσμοί αποτελούν τις αρμόδιες αρχές.
Αυτό που υπάρχει στα βακούφια δεν είναι «κατοχή», αλλά πρόβλημα δημοκρατικής εκπροσώπησης και κοινωνικής νομιμοποίησης, το οποίο προκύπτει από τη μη διεξαγωγή εκλογών.
Μια τέτοια περιγραφή αποδίδει με μεγαλύτερη ακρίβεια την πραγματικότητα και, αντί να μεταφέρει την ευθύνη στα μέλη της Μειονότητας που υπηρετούν στις διοικήσεις, την κατευθύνει προς το πολιτικό και διοικητικό σύστημα που δεν εφαρμόζει τις διατάξεις περί εκλογών.
Γιατί η ιστορική αφήγηση παραμένει ελλιπής;
Στην τοποθέτηση του Σερίφ, το σημερινό σύστημα παρουσιάζεται ως μια ενιαία, αδιάλειπτη και αναλλοίωτη ιστορική γραμμή, η οποία αρχίζει από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τις διμερείς συμφωνίες της οθωμανικής περιόδου και φθάνει, μέσω του παραδείγματος ανάδειξης μουφτή το 1949, έως τη διαδικασία μέσα στα τεμένη το 1990. Ωστόσο, καθεμία από αυτές τις περιόδους διαμορφώθηκε μέσα σε διαφορετικές πολιτικές, νομικές και κοινωνικές συνθήκες.
Η λειτουργία του μουφτή ως θρησκευτικού ηγέτη παρουσιάζεται χωρίς να διαχωρίζεται από την ιδιότητά του ως δημόσιου λειτουργού και δικαιοδοτικού οργάνου, δηλαδή ως ιεροδίκη —καδή— σύμφωνα με τη σαρία. Παράλληλα, ο περιορισμός των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων των μουφτήδων, ιδίως στους τομείς του οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, παρουσιάζεται αποκλειστικά ως αφαίρεση ενός δικαιώματος που ανήκε στη Μειονότητα.
Ωστόσο, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Molla Sali κατέστησε σαφές ότι κανένα μέλος της μουσουλμανικής μειονότητας δεν μπορεί να υπάγεται σε καθεστώς θρησκευτικού δικαίου παρά τη θέλησή του. Πίσω από τη μεταβολή σε αυτόν τον τομέα βρίσκονταν επίσης θεμελιώδεις αρχές, όπως το δικαίωμα ατομικής επιλογής, οι εγγυήσεις του αστικού δικαίου, η δυνατότητα του προσώπου να καθορίζει το νομικό καθεστώς στο οποίο θα υπαχθεί και η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών.
Δεν μπορεί εύκολα να γίνει δεκτό ότι ένα πρόσωπο όπως ο Σερίφ, το οποίο βρίσκεται επί πολλά χρόνια στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης, αγνοεί αυτές τις ιστορικές και νομικές διακρίσεις. Υπό αυτά τα δεδομένα, γίνεται αντιληπτό ότι η σύνθετη ιστορική και νομική πραγματικότητα απλοποιείται κατά τρόπο που ενισχύει το πολιτικό μήνυμα, ενώ τα στοιχεία που μένουν εκτός της συγκεκριμένης αφήγησης καθίστανται αόρατα.
Η αφήγηση του Σερίφ αφήνει εκτός ένα μέρος των ιστορικών δεδομένων και έχει επιλεκτικό χαρακτήρα, αποκομμένο από το ευρύτερο πλαίσιο.
Η παρουσίαση μιας διαδικασίας περιορισμένης συμμετοχής του παρελθόντος ως σημερινής δημοκρατικής εκλογής, η πλήρης αποσιώπηση των περιορισμών που επιβάλλει το κράτος στην Τουρκία και η ανακήρυξη των θεσμών στους οποίους υπηρετούν μέλη της Μειονότητας ως θεσμών «υπό κατοχή» αποτελούν μέρη της ίδιας αφηγηματικής επιλογής.
Και η απόφαση του ΕΔΔΑ πρέπει να διαβάζεται σωστά
Στην απόφαση Σερίφ κατά Ελλάδας του 1999, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η τιμωρία του Ιμπραήμ Σερίφ επειδή ασκούσε δραστηριότητα υπό την ιδιότητα του θρησκευτικού ηγέτη συνιστούσε παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας.
Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν αποφάσισε ότι ο Σερίφ έπρεπε να αναγνωριστεί από την Ελλάδα ως επίσημος μουφτής. Ούτε έκρινε ότι οι μουφτήδες πρέπει υποχρεωτικά να εκλέγονται με άμεση λαϊκή ψηφοφορία.
Η απόφαση προστάτευσε την ελευθερία του Σερίφ να ασκεί θρησκευτική δραστηριότητα μεταξύ των ανθρώπων που τον αποδέχονται ως θρησκευτικό ηγέτη. Δεν του απένειμε δημόσιο αξίωμα, δικαιοδοτική αρμοδιότητα ή την ιδιότητα του επίσημου μουφτή που αναγνωρίζεται από το κράτος.
Για τον λόγο αυτό πρέπει να διατηρείται η διάκριση ανάμεσα στην κοινωνική αποδοχή ενός προσώπου ως θρησκευτικού ηγέτη και στην ιδιότητα του επίσημου μουφτή που ασκεί δημόσια εξουσία στο πλαίσιο της έννομης τάξης.
Ποιον διχάζει στην πραγματικότητα η ρητορική περί «κατοχής»;
Παρότι η δήλωση του Ιμπραήμ Σερίφ φαίνεται να απευθύνεται προς το κράτος, οι συνέπειές της εκτείνονται απευθείας στο εσωτερικό της μειονοτικής κοινωνίας.
Η συγκεκριμένη ρητορική ωθεί έμμεσα στην «άλλη πλευρά» τους θρησκευτικούς λειτουργούς που υπηρετούν στις επίσημες μουφτείες, τα μέλη των βακουφικών διοικήσεων, όσους συνεργάζονται με αυτούς τους θεσμούς και τους πολίτες που απευθύνονται στις επίσημες αρχές. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται ένας επικίνδυνος διαχωρισμός, σύμφωνα με τον οποίο όσοι δεν διαθέτουν επίσημο καθεστώς εμφανίζονται ως οι «πραγματικοί εκπρόσωποι της Μειονότητας», ενώ όσοι υπηρετούν στους επίσημους θεσμούς παρουσιάζονται ως άνθρωποι που «βρίσκονται στο πλευρό του κράτους».
Ωστόσο, η Μειονότητα δεν είναι μια μονοφωνική και απολύτως ομοιογενής κοινότητα.
Το γεγονός ότι ένα μέλος της Μειονότητας υπηρετεί στην επίσημη μουφτεία δεν το καθιστά λιγότερο μουσουλμάνο ή λιγότερο μέλος της Μειονότητας.
Το γεγονός ότι ένας πολίτης απευθύνεται σε επίσημη αρχή για κάποια νομική ή διοικητική πράξη δεν σημαίνει ότι υποστηρίζει το σύνολο των κρατικών πολιτικών.
Αντιστοίχως, το γεγονός ότι κάποιος αποδέχεται τον Σερίφ ως μη επίσημο θρησκευτικό ηγέτη δεν του παρέχει το δικαίωμα να μιλά μόνος του εξ ονόματος ολόκληρης της Μειονότητας.
Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της Μειονότητας και η επιβολή μονοπωλίου εκπροσώπησης στο όνομά της είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Το πρώτο αποτελεί δημοκρατικό αγώνα διεκδίκησης δικαιωμάτων· το δεύτερο μπορεί να μετατραπεί σε μορφή πολιτικής επιβολής που περιορίζει τον πλουραλισμό στο εσωτερικό της κοινωνίας.
Τα προβλήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με το πραγματικό τους όνομα
Στη Δυτική Θράκη εξακολουθούν να παραμένουν επίκαιρα θεμελιώδη ζητήματα, όπως οι εκλογές στις βακουφικές διοικήσεις, η κοινωνική νομιμοποίηση των μουφτειών, το μέλλον της μειονοτικής εκπαίδευσης, η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και η σχέση εμπιστοσύνης με το κράτος.
Ωστόσο, για να μπορούν τα ζητήματα αυτά να τίθενται με τρόπο πειστικό, βιώσιμο και αποτελεσματικό, πρέπει να συζητούνται με τους σωστούς όρους.
Στα βακούφια δεν υπάρχει «κατοχή», αλλά πρόβλημα εκλογών και εκπροσώπησης.
Στις μουφτείες, το ζήτημα που πρέπει να συζητηθεί δεν είναι ο ισχυρισμός ότι η Μειονότητα έχει αποκλειστεί απολύτως από κάθε διαδικασία, αλλά ο βαθμός στον οποίο η συμμετοχή της είναι άμεση και καθοριστική.
Ως προς αυτό, μπορεί να ζητηθεί η τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας.
Από την άλλη πλευρά, πρέπει να διασφαλίζεται η συμμετοχή στη διαδικασία ανάδειξης του μουφτή και η ίδια η διαδικασία δεν πρέπει να δυναμιτίζεται.
Στην εκπαίδευση, αντιθέτως, υπάρχει ένα ευρύ ζήτημα δικαιωμάτων, ποιότητας, θεσμικής συνέχειας και προοπτικής, το οποίο δεν μπορεί να εξηγηθεί με ένα μόνο σύνθημα.
Η μετατροπή των ζητημάτων της Δυτικής Θράκης σε ένα νέο πεδίο έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν ωφελεί κανέναν.
Αυτό που χρειάζεται δεν είναι να έρχονται αντιμέτωποι οι θεσμοί και οι άνθρωποι, αλλά να ονομάζονται σωστά τα προβλήματα, να ενισχύεται η αμοιβαία εμπιστοσύνη και να παράγονται εφαρμόσιμες λύσεις που βασίζονται στο δίκαιο.
